γείτων


γείτων
сосед

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "γείτων" в других словарях:

  • γείτων — neighbour masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γείτων — βλ. γείτονας …   Dictionary of Greek

  • γειτόνων — γείτων neighbour masc/fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεῖτον — γείτων neighbour masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γείτονα — γείτων neighbour masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γείτονας — γείτων neighbour masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γείτονε — γείτων neighbour masc/fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γείτονες — γείτων neighbour masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γείτονι — γείτων neighbour masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γείτονος — γείτων neighbour masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γείτοσι — γείτων neighbour masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)